Παιδο-Οφθαλμολογία

26 Σεπτεμβρίου 2014 Παθήσεις

Σε ποιά ηλικία πρέπει να εξετάσω το παιδί μου;

Ένας πρώτος έλεγχος θα πρέπει να γίνεται όταν ακόμα το παιδί σας είναι νεογέννητο, έτσι ώστε να μπορούν να διαγνωσθούν έγκαιρα κάποιες συγγενείς ασθένειες, όπως καταρράκτης ή γλαύκωμα, όπου και θα χρειαστεί άμεσα θεραπεία. Συνήθως αυτή η εξέταση γίνεται από τον παιδίατρό σας.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κάποιο ορατό οφθαλμολογικό πρόβλημα ή εσείς ως γονείς δεν βλέπετε κάποια συμπεριφορά που να σας ανησυχεί, τότε καλό θα ήταν να γίνει ένας πλήρης οφθαλμολογικός έλεγχος γύρω στην ηλικία των 4 ή 5 ετών, πριν το παιδί πάει σχολείο.

Ο έλεγχος θα πρέπει να γίνεται νωρίτερα σε περίπτωση οικογενειακού ιστορικού κάποιου διαθλαστικού σφάλματος (μυωπία, υπερμετρωπία, αστιγματισμός), στραβισμού (όταν τα μάτια δεν είναι παράλληλα) ή αμβλυωπίας (όταν ένα μάτι είναι “τεμπέλικο”).

Πόσο διαρκεί η εξέταση ενός παιδιού;

Επειδή απαιτούνται ειδικοί χειρισμοί στην εξέταση ενός παιδιού σε σχέση με έναν ενήλικα, ο χρόνος που χρειάζεται ποικίλει από 20 – 60 λεπτά.

Θα χρειαστεί να βάλουμε σταγόνες στα μάτια;

Πολλές φορές θα χρειαστεί να μπούνε σταγόνες στα μάτια τους, ώστε να ανοίξει η κόρη (μυδρίαση) και να μπορέσει ο οφθαλμίατρος να δει μέσα σε αυτά. Ειδικότερα, η μέτρηση ενός πιθανού διαθλαστικού σφάλματος απαιτεί τη χρήση σταγόνων. Αφού μπουν οι σταγόνες, θα πρέπει να περιμένετε περίπου 20 – 30 λεπτά για να δράσουν και μετά να συνεχιστεί η εξέταση.
Συχνά οι σταγόνες είναι ενοχλητικές για τα μάτια και μπορεί τα παιδιά να αντιδράσουν και να μη θέλουν να συνεχιστεί η εξέταση. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό και μερικές φορές η εξέταση θα πρέπει να αναβάλλεται για αργότερα (συνήθως για μερικές εβδομάδες). Σε αυτήν την περίπτωση μπορούν οι σταγόνες να δοθούν από τους γονείς στο σπίτι 1 – 2 μέρες πριν την εξέταση.

Το μάτι του μωρού δακρύζει συνέχεια. Πού μπορεί να οφείλεται αυτό;

Αρκετές φορές το δάκρυσμα μπορεί να οφείλεται σε έναν ερεθισμό ή μια μόλυνση του ματιού (για παράδειγμα μια επιπεφυκίτιδα). Σπάνια, μπορεί να οφείλεται σε συγγενές γλαύκωμα. Αν μετά από προσεκτική εξέταση δε βρεθεί κάποιος εξωτερικός παράγοντας που να προκαλεί το δάκρυσμα και αποκλειστεί και κάποιος σοβαρός λόγος, όπως το συγγενές γλαύκωμα, τότε η πιο συχνή αιτία δακρύσματος σε τόσο μικρή ηλικία είναι η απόφραξη της αποχετευτικής συσκευής των δακρύων. Μια λεπτή μεμβράνη στο τέλος της δακρυϊκής οδού λίγο πριν από την εκβολή της στη μύτη είναι συνήθως το εμπόδιο.

Η αποχετευτική δακρυϊκή συσκευή είναι ένα σύστημα καναλιών που έχει ως ρόλο να μεταφέρει και να αποχετεύει τα δάκρυα από το μάτι προς το εσωτερικό της μύτης. Στον άνθρωπο η ανάπτυξη της δακρυϊκής συσκευής ολοκληρώνεται στον 9ο μήνα, αλλά μερικές φορές κάποια τμήματα του παραμένουν κλειστά και γι’ αυτό τα μάτια δακρύζουν.

Ποιά είναι η θεραπεία της απόφραξης της δακρυϊκής συσκευής;

image001Αρχικά δοκιμάζουμε μαλάξεις στην περιοχή της εσωτερικής γωνίας των βλεφάρων από πάνω προς τα κάτω. Χρειάζονται 10 μαλάξεις 2-3 φορές την ημέρα. Επίσης, παράλληλα θα πρέπει να γίνεται καθαρισμός των βλεφάρων. Αντιβιοτικές σταγόνες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε περίπτωση λοίμωξης και ύστερα από εξέταση από τον οφθαλμίατρο.

Περίπου στο 90% των περιπτώσεων και μόνο με τις μαλάξεις, οι δακρυϊκοί πόροι ανοίγουν. Σε περίπτωση που δεν ανοίξουν, τότε μπορεί να γίνει πλύση σε ηλικία από 6 έως 12 μηνών (μετά την εξέταση και τη σύμφωνη γνώμη των γονιών χωρίς αναισθησία) ή και  καθετηριασμός τους με γενική αναισθησία, μεταξύ 12 – 18 μηνών.

Η πιθανότητα επιτυχίας σε αυτές τις ηλικίες είναι γύρω στο 90%. Μετά τα δύο χρόνια η πιθανότητα επιτυχίας δεν είναι το ίδιο καλή και θα πρέπει μετά τον καθετηριασμό να τοποθετηθεί και ένας μικρός σωλήνας σιλικόνης στο σύστημα, για να το κρατήσει ανοιχτό. Αυτός ο σωλήνας αφαιρείται μετά από 3 – 6 μήνες, δεν ενοχλεί και δεν επηρεάζει την όραση και την ανάπτυξη του οφθαλμού. Σε μεγαλύτερες ηλικίες ή μετά από αποτυχία διάνοιξης με τις παραπάνω μεθόδους, απαιτείται πιο σύνθετη χειρουργική επέμβαση, που είναι η χειρουργική διάνοιξη επικοινωνίας μεταξύ του δακρυϊκού ασκού και της ρινικής κοιλότητας παρακάμπτοντας τον ρινοδακρυϊκό πόρο. Η επέμβαση αυτή λέγεται δακρυοασκορρινοστομία και θα πρέπει να γίνεται αφού ολοκληρωθεί η ανάπτυξη του προσώπου του παιδιού (συνήθως μετά το 8-9 έτος της ηλικίας).